Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Αμφίκλεια - Πολύδροσος - Επτάλοφος: η διακριτική άλλη πλευρά

Μπορεί να είναι λίγο παλιό το άρθρο (συγκεκριμένα από το 2011), αλλά αξίζει τον κόπο να το δημοσιεύσουμε πάλι. Οπότε γιαυτό αναφέρονται και πρόσωπα που πλέον δεν έχουν την ιδιότητα που λέει το άρθρο (δήμαρχος κτλ)

Αμφίκλεια - Πολύδροσος - Επτάλοφος: η διακριτική άλλη πλευρά

ΑΠΟ ΤΗ ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΛΑΤΣΙΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Ν. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοχή με ήπια ανάπτυξη, η βόρεια πλευρά του Παρνασσού κρύβει μέρη που διατηρούν την αυθεντικότητά τους και απευθύνεται σε ταξιδιώτες που αναζητούν την ησυχία και τις φυσικές ομορφιές του βουνού.

«ΘΑ ΠΑΤΕ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ;» με ρώτησε ένας κύριος καθώς αποχωριζόμουν το δελφικό τοπίο για να ανακαλύψω τη βόρεια πλευρά του Παρνασσού. Δεν είμαι σίγουρη αν εννοούσε ότι είναι η πιο άγνωστη πλευρά, πάντως ελάχιστοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι ο δρόμος από την Αμφίκλεια στο χιονοδρομικό κέντρο δεν είναι μόνο ο πρώτος που διανοίχτηκε, αλλά και συντομότερος από εκείνον της Αράχοβας. Το βέβαιο είναι ότι η περιοχή ακολουθεί ήπιους ρυθμούς τουριστικής ανάπτυξης -αν εξαιρέσεις τις πολυτελείς βίλες της Επταλόφου, που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια μέσα στο δάσος- και προσπαθεί να προσδιορίσει την ταξιδιωτική της ταυτότητα με σύνεση και σχεδιασμό.

Η γνωριμία μου με την Αμφίκλεια ξεκινά, παραδόξως, από τη σχολή χορού.Και ποιανού την περιέργεια δεν θα κινούσε η συνάντηση με έναν πεντάχρονο πιτσιρικά που βγαίνει από το μάθημά του φορώντας παπούτσια χορού. «Ο μοναδικός χορευτής του Παρνασσού», μου λέει χαμογελαστά η μητέρα του που με βλέπει να κοιτάζω αποσβολωμένη. Μαθήματα χιονοδρομίας, βόλεϊ, μπάσκετ, ποδοσφαίρου, παραδοσιακών χορών, ωδείο, ζωγραφική, σκάκι… Οι δραστηριότητες για τα παιδιά ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Αυτή η μικρή κοινωνία των 2.500 ανθρώπων είναι χρόνια μπροστά, σκέφτομαι και δεν διαψεύδομαι.

Το νήμα των εκπλήξεων συνεχίζει να ξετυλίγεται. Γνωρίζω τον πρώτο εντομολόγο στη ζωή μου! Αυτός είναι ο δήμαρχος Αμφίκλειας Γιάννης Τσιτσιπής, ένας άνθρωπος καλλιεργημένος και χαμηλών τόνων, ο οποίος μιλάει με αγάπη για τον τόπο του: «Εχουμε πολλά πλεονεκτήματα. Συνδυάζουμε τα βουνά του Παρνασσού και του Καλλίδρομου με την κοιλάδα του Κηφισού, έχουμε εύκολη πρόσβαση από την Αθήνα, σιδηρόδρομο, ενώ υπάρχει πλέον και πρόσβαση στη θάλασσα από τους Ξυλικούς. Αυτό που μας λείπει είναι οι υποδομές της Αράχοβας: τα καταλύματα, τα μαγαζιά που απευθύνονται στη νεολαία. Επίσης, οι Αραχοβίτες είχαν μάθει να προσφέρουν υπηρεσίες, ενώ σ’ εμάς υπήρχε η νοοτροπία του αφεντικού και η προσφορά υπηρεσιών ήταν κάτι που οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι τους υποβαθμίζει».

Δεν μπορώ να αδικήσω τους Δαδιώτες (έτσι αποκαλούνται ακόμα οι κάτοικοι της Αμφίκλειας, λόγω της παλαιάς ονομασίας Δαδί) γι’ αυτήν τους τη στάση. Οταν έπειτα από λίγες ώρες περπατάω στην οδό Χορευταριάς, στα περίχωρα της πάνω πλατείας, τα παλιά αρχοντικά με τις χαρακτηριστικές καμαρωτές αυλόπορτες, αληθινά αριστουργήματα, μου αποκαλύπτουν το ισχυρό εμπορικό και γεωργικό κέντρο της δεκαετίας του ’30 και του ’40, μια πόλη που πλησίαζε σε μέγεθος τη Λαμία. Αυτή η συνοικία, το Πλάι όπως ονομάζεται, είναι και το ομορφότερο κομμάτι της πόλης.

Ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσει κανείς τη θέα σε έναν τόπο είναι να εντοπίσει την αρχαία ακρόπολη. Στην περίπτωση της Αμφίκλειας βρίσκεται μέσα στο νεκροταφείο, εκεί όπου σήμερα στέκει ένας εντυπωσιακός μεσαιωνικός πύργος. Από ψηλά το Καλλίδρομο απέναντι φαίνεται φιλόξενο, ιδανικό για περιπάτους, ο κάμπος εύφορος και ο καιρός που έρχεται από δυτικά προμηνύει καταιγίδες. «Φτιάχνει ο καιρός», μου λέει σοβαρότατα ο αντιδήμαρχος Αμφίκλειας Γιάννης Πανουργιάς. Πόσο πια; Τέτοια λιακάδα χειμωνιάτικα… «Φτιάχνει», μου εξηγεί, «εννοούμε εμείς εδώ ότι δεν θα έχουμε λιακάδα».

Στην κεντρική πλατεία με τον μεγάλο πλάτανο βρίσκεται το μοναδικό στην Ελλάδα Μουσείο Αρτου, που παρουσιάζει τον κύκλο του ψωμιού από τη σπορά, το θέρισμα, το αλώνισμα, μέχρι τη βρώση. Εχω την τιμή να με ξεναγεί ο Στάθης Πανουργιάς, που πρωτοστάτησε στη δημιουργία του με την αρωγή της Ακαδημίας Αθηνών. Την προσοχή μου τραβάει η έκθεση των αντιπροσωπευτικών ειδών ψωμιού, που παρασκευάζονταν σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Λέγονται και πρεβέντες (από το ρήμα προβαίνω), αφού αυτός που τα κρατούσε πήγαινε πάντα μπροστά. Μάλιστα στη μέση της σποράς, στις 21 Νοεμβρίου, γινόταν η Γιορτή της Γονιμότητας προν τιμήν της Παναγίας της Μισοσπορίτισσας.

Ακόμα γιορτάζεται, κάθε δεύτερη χρονιά. Ενδιαφέρουσες και οι φωτογραφίες του μουσείου, πολλές από τις οποίες έχει τραβήξει ο ίδιος ο κύριος Στάθης. «Το πρώτο μου επάγγελμα, εν έτει 1943, ήταν φωτογράφος. Ακολούθησαν η γεωργία, η μηχανουργία, το εμπόριο… Ασ’ τα. Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης», μου λέει. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, πολυτεχνίτες και εφευρετικοί είναι γενικώς οι Δαδιώτες. «Είχαμε τόση τεχνολογία, που πηγαίναμε με τις αλωνιστικές μηχανές από το Ταίναρο μέχρι τον Εβρο. Φτιάξαμε μέχρι και δικής μας έμπνευσης φορτηγά, από διάφορα κομμάτια από άλλες μάρκες. Το υπουργείο δεν ήξερε πώς να τα ονομάσει και τα είπε Ταρζάν τύπου Αμφίκλειας!»

Η κεντρική πλατεία της Αμφίκλειας είναι φροντισμένη και νοικοκυρεμένη.Παρότι φιλοξενεί καφέ και ταβέρνες, νιώθεις μια γαλήνη μικρού χωριού. Η ματιά μου πέφτει στους κάδους ανακύκλωσης. Μαθαίνω αργότερα από τον αντιδήμαρχο, πρωτοστάτη στην προσπάθεια, ότι οι κάτοικοι είναι φανατικοί ανακυκλωτές, ενώ η κομποστοποίηση είναι η μεγαλύτερη ανά κάτοικο στην Ελλάδα.

Τα μυστικά της Πολυδρόσου

Διαφορετική ατμόσφαιρα επικρατεί στην κεντρική πλατεία της Πολυδρόσου, που είναι το στέκι της νεολαίας της περιοχής. Εκεί συναντώ τον Ηλία Θάνου, που προσφέρεται να με ξεναγήσει στην Πολύδροσο και να μου δείξει τα μυστικά της. Η φήμη για τη ζεστή φιλοξενία των Σουβαλιωτών (χάρη στο παλαιότερο όνομα Σουβάλα) επιβεβαιώνεται. «Μπορεί να μην ξέρω να σου εξηγήσω κάθε ιστορία, αλλά θα σου τα δείξω όλα», μου ξεκαθαρίζει. Ξεκινάμε από τις πηγές της Αγίας Ελεούσας, εδώ που οι Λιλαιείς λάτρευαν τον ποτάμιο θεό Κηφισό και εκείνος, με τη σειρά του, τους χάριζε τα πλούσια νερά του. Σήμερα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της διαδοχής των εποχών και των θρησκειών. Από τα λατρευτικά οικοδομήματα έχουν απομείνει ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη ένθετα στις πρωτοβυζαντινές εκκλησίες της Αγίας Ελεούσας και του Αγίου Χριστοφόρου.

Οι θρησκείες άλλαξαν, η δύναμη του νερού όμως συνέχισε να ενισχύει την Πολύδροσο. Ο κύριος Ηλίας με οδηγεί από τον χωματόδρομο πάνω από το ξενοδοχείο Ερωχος στα Μαντάμια, «τη μοναδική βιοτεχνία των γύρω χωριών, όπου σαν προσκυνητάδες έτρεχαν να εξωραΐσουν τις προίκες των κοριτσιών τους», όπως γράφει η Α. Δρίβα στην εφημερίδα «Παρνασσός», το 1965, για την περιοχή με τις ομώνυμες υδροβιοτεχνίες, που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία των μάλλινων ρούχων. Το φυσικό τοπίο του φαραγγιού αξίζει τη βόλτα, όμως τα κτίρια των αλευρόμυλων και του εκκοκκιστηρίου βάμβακος είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Οπως άλλωστε ανεκμετάλλευτο παραμένει το εργοστάσιο του τοπικού υδροηλεκτρικού σταθμού παραγωγής ρεύματος «Λευκός Ανθραξ», το οποίο, μια καλοκαιρινή νύχτα του 1928, έκανε τους Σουβαλιώτες να λάμψουν… κυριολεκτικά αλλά και από χαρά. «Εμείς είχαμε ρεύμα όταν δεν είχε ούτε η Λαμία!» μου λέει περήφανος ο συνοδός μου.

Στη δύναμη του νερού στηρίχτηκαν και οι διάσημοι Σουβαλιώτες μαχαιράδες. Ο Λουκάς Τοπάλης είναι ο τελευταίος εν ενεργεία μαχαιράς. «Γύφτους, έτσι μας λέγανε τους σιδεράδες. Τώρα μην κοιτάς που εγώ έχω και το χρώμα», αστειεύεται. Ο κύριος Λουκάς φτιάχνει κατά παραγγελία «ό,τι διαθέτει λάμα» και πλέον εμπορεύεται και τυποποιημένα μαχαίρια. Αν θέλει τέχνη να το φτιάξεις; «Αν δεν πετύχεις το λούκι στο μαχαίρι, μάπα το καρπούζι. Εδώ δημιουργείς», μου εξηγεί, «παίρνεις ένα απρόσωπο πράγμα και φτιάχνεις ένα αντικείμενο». Προτιμήσεις δεν έχει. «Ο,τι πιάνει το χέρι μου το μαστορεύει. Το θέμα είναι τι ζητάει η αγορά». Εκατό χρόνια κοντεύει η επιχείρηση και το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει στο εργαστήρι είναι ο τροχός, που δεν κινείται πια με τη δύναμη του νερού, αλλά με αυτήν του ρεύματος.

Αντίστοιχη εικόνα και στο μαγαζί του κυρίου Θόδωρου στην πλατεία. Το μόνο που φαίνεται να έχει αλλάξει στο σαράντα χρόνων ραφείο του είναι το σίδερο, που, αντί να λειτουργεί με κάρβουνο, μπαίνει πλέον στην πρίζα. Ακόμα και οι φωτογραφίες στους τοίχους απεικονίζουν κοπέλες που θυμίζουν εξώφυλλα του περιοδικού «Ρομάντζο».

Εχει μια νοσταλγική ατμόσφαιρα η Πολύδροσος, κάτι που δεν συναντάς στην Ανω Πολύδροσο, που εγκαταλείφθηκε με το σεισμό του 1870. Σήμερα, ο μικρός οικισμός αναβιώνει με πολλές νέες βίλες που ανοίγουν μόνο τα Σαββατοκύριακα, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο με πυκνά δάση, άφθονα νερά και όμορφη θέα.

Η υδάτινη Επτάλοφος

Ειδυλλιακή είναι και η Επτάλοφος (ή Αγόριανη), τουλάχιστον από πλευράς φυσικής ομορφιάς. Ο παλιός οικισμός δυστυχώς κάηκε από τους Γερμανούς, εξ ου και αρκετοί κάτοικοι μετακινήθηκαν στη Λιλαία. «Και τα δύο χωριά είναι τα ίδια σόγια», μου λέει χαρακτηριστικά ο αντιδήμαρχος Παρνασσού Λουκάς Δεληγιάννης. Στην ανοικοδόμηση χωρίς όρους προστέθηκε η ραγδαία τουριστική ανάπτυξη «φινλανδικού τύπου», με αποτέλεσμα η γραφικότητά της να περιορίζεται στον Αγοριανίτη. Τα άφθονα νερά του ποταμού κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε κάθε μου βήμα: στον εντυπωσιακό και δυσπρόσιτο καταρράκτη στην είσοδο του χωριού (θα τον εντοπίσετε στην απέναντι πλαγιά του λόφου, στο ύψος των οικοδομικών υλικών), στην πλατεία με τα μεγαλόσωμα πλατάνια, στους Αγίους Αναργύρους με τις επτά βρύσες, στην πηγή της Βασιλικής…

Δυστυχώς, η ύπαρξη ιδιωτικών εκτάσεων μέσα στο δάσος και η ραγδαία οικοδόμηση στην περιοχή έχουν αλλοιώσει το τοπίο, όμως οι Αγοριανίτες δεν φαίνεται να ανησυχούν. Αυτό που τους απασχολεί ιδιαίτερα είναι η επέκταση του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, κάτι το οποίο, όπως μου λέει ο αντιδήμαρχος Παρνασσού, δεν επιθυμεί κανείς. «Θα σταματήσει η οικοδόμηση. Οκτώ στρέμματα χωράφι θα χρειάζεσαι για να χτίσεις και ούτε θα δοθεί αποζημίωση. Ξέρεις τι θα γίνει; Θα βρεθούν κάποιοι εμπρηστές και θα καεί. Ούτε μία δεξαμενή νερού για προστασία δεν υπάρχει. Και ποιο το αποτέλεσμα τελικά; Θα σταματήσει η οικοδόμηση εδώ και θα αρχίσει αλλού».

Δεν υπάρχουν σχόλια: